Σάββατο, 7 Ιουλίου 2018

IΣΧΥΣΑΤΕ ΓΟΝΑΤΑ ΠΑΡΑΛΕΛΥΜΕΝΑ(ΣΤ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)





Η άκαιρη λύπη (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

Από την ΚΘ’ ομιλία του Αγ. Γρηγορίου (P.G. 151, 364-376) στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου της ΣΤ’ Κυριακής για την «κατά Θεόν λύπη»
Όσοι αμαρτήσαμε έχουμε ανάγκη πάλι από τη λύπη και τον πόνο της μετάνοιας για τα αμαρτήματα που έχουμε διαπράξει. Πρέπει να μετανοήσουμε και να πέσουμε στα γόνατα, για να ακούσει καθένας μας μυστικά μέσα στην καρ­διά του, όπως ο Παράλυτος του Ευαγγελίου, «έχε θάρρος, τέκνο». Και έτσι, αφού πληροφορηθεί η καρδιά μας ότι έχουμε λάβει τη συγχώρηση, να με­ταστρέψουμε τη λύπη σε χαρά. Διότι αυτή είναι η λύπη, το μέλι το πνευματικό, που θηλάζουμε εμείς από τη στερεά πέτρα, σύμφωνα με το αποστολικό ρητό: «ΕΘήλασαν μελί από πέτρα» (Δευτ. 32, 13) «η δε πέτρα είναι ο Χριστός» (Α’ Κορ. 10, 4). Να μη σας κάνει όμως εντύπωση που απο­κάλεσα τη λύπη «μέλι». Γιατί αυτή είναι η λύπη για την οποία ο απόστολος Παύλος λέει: «Η κατά Θεόν λύπη προκαλεί αμεταμέλητη μετάνοια για τη σωτηρία» (Β’ Κορ. 7, 10). Όπως δηλαδή σ’ αυτόν που έχει τραυματισμένη γλώσσα το μέλι θα του φανεί πικρό -αλλά όταν θα θεραπευθεί θα αλλάξει γνώμη,- έτσι και ο φόβος του Θεού προκαλεί λύπη στις ψυχές που είναι δεκτικές του Ευαγγελικού κηρύγματος. Όσο καιρό οι ψυχές αυτές έχουν ανοικτά τα τραύματα των αμαρτιών τους, αισθάνονται λύπη. Όταν όμως ελευθερωθούν απ’ αυτά δια της μετανοίας, νιώθουν εκείνη τη χαρά, την οποία εννοεί ο Κύριος όταν λέει: «η λύπη σας θα μεταβληθεί σε χαρά» (Ιωάν. 16, 20). Ποιά λύπη; Ασφαλώς εκείνη που αισθάνονταν οι Μαθητές στο άκουσμα ότι θα στερούνταν τον Κύριο και Διδά­σκαλό τους. Τη λύπη εκείνη που αισθάνθηκε ο Πέτρος όταν Τον αρνήθηκε. Δηλαδή τη λύπη που αισθάνεται ο κάθε πιστός όταν μετανοεί για τις αμαρτίες, για τις ελλείψεις του στην αρετή, πράγμα που οφείλεται στη ραθυμία του.

Και εμείς λοιπόν, όταν πέφτουμε σε τέτοιου είδους αμαρτίες, να λυπούμαστε και να κατηγορούμε τους εαυτούς μας και όχι κάποιον άλλο. Άλλωστε, ούτε τον Αδάμ, όταν αθέτησε την εντολή του Θεού, τον ωφέλησε η μετάθεση της ευθύνης προς την Εύα, αλλά ούτε και την Εύα τη βοήθησε το ότι επέρριψε την ευθύνη στον αρχέκακο όφι. Κι αυτό, γιατί εμείς έχουμε πλασθεί από τον Θεό ως αυτεξούσιοι· και έχουμε λάβει το ηγεμονικό της ψυχής ως εξουσιαστική δύναμη κατά των παθών. Δεν έχουμε λοιπόν κανέναν που να κυριαρχεί επάνω μας και να μας αναγκάζει σε υποταγή.

Αυτό θεωρείται κατά Θεόν σωτήρια λύπη: Το να κατηγορούμε τους εαυτούς μας, και όχι κάποιον άλλο, για όσα πλημμελήματα διαπράττουμε.Να λυ­πούμαστε για τον εαυτό μας και να ειρηνεύουμε με τον Θεό με την κατάνυξη και την εξομολόγηση. Αυτή την αυτομεμψία και κατάνυξη επέδειξε ο Λάμεχ, ο οποίος εξομολογήθηκε ενώπιον όλων την αμαρ­τία του, κατέκρινε τον εαυτό του και τον θεώρησε περισσότερο ένοχο από τον Κάιν, σύμφωνα με την Αγία Γραφή που λέει: «Για τον Κάιν προβλεπόταν τιμωρία επτά φορές, και για τον Λάμεχ εβδομή­ντα επτά» (Γεν. 4, 24). Έτσι, αφού πένθησε τον εαυτό του ως ένοχο, με την βαθιά του κατάνυξη και την ομο­λογία της αμαρτίας του, διέφυγε από την καταδίκη του Νόμου, όπως είπε αργότερα και ο Προφήτης: «Ομολόγησε εσύ πρώτος τις αμαρτίες σου για να δικαιωθείς» (Ησ. 43, 26). Αυτό επιβεβαίωσε αργότερα και ο Απόστολος, λέγοντας: «Αν εμείς κρίναμε τουςεαυτούς μας, δεν θα κρινόμαστε» (Α’ Κορ. 11, 31). 
*

Πρώτος λοιπόν ο Λάμεχ αναφέρεται ότι απέ­φυγε την καταδίκη του Νόμου, διότι μετανόησε και λυπήθηκε για την αμαρτία του. Έπειτα από αυτόν, συμπεριφέρθηκαν, κατά τον ίδιο τρόπο, και οι Νινευίτες, λαός πολύς και πόλη μεγάλη. Αυτοί μάλιστα είχαν τη βεβαιότητα ότι θα ξεπεράσουν την καταδίκη τους με τη λύπη και τη μετάνοια, όχι μόνο όταν συνειδητοποίησαν την αμαρτία τους, αλλά και όταν άκουσαν από τον προφήτη Ιωνά την απόφαση του Θεού που έλεγε: «Ακόμα τρεις ημέρες και η Νινευί θα καταστραφεί» (Ιωνά 3, 4). Ακουσαν λοιπόν οι Νινευίτες και πίστευσαν. Δεν έπεσαν στο πονηρό και δαιμο­νικό βάραθρο της απογνώσεως, ούτε φόρτωσαν στις καρδιές τους το λίθο της πωρώσεως. Αλλά είπε ο ένας στον άλλο: «Ποιός ξέρει, μπορεί να αλλάξει απόφαση ο Θεός και να μας ελεήσει, ώστε να μην καταστραφούμε» (Ιωνά 3, 9). Έτσι εγκατέλειψαν την πονηρία και τις αμαρτωλές συνήθειές τουςΚήρυξαν γενική νηστεία, φόρεσαν μικροί και μεγάλοι, ακόμα και ο βασιλιάς τους, σάκκους, έριξαν πάνω τους στάχτη. Έμειναν ακόμα και τα βρέφη χωρίς τροφή, γιατί, όπως φαίνεται, λησμόνησαν από τη λύπη τους οι μητέρες να τα θηλάσουν, σύμφωνα μ’ αυτό που λέει και ο Ψαλμωδός: «Από τη φωνή του στεναγμού μου λησμόνησα να φάω τον άρτο μου» (Ψαλμ. 101,5 και εξ.). Και όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά ακόμα και τα ζώα τα άφησαν, εξαιτίας του πένθους τους, νηστικά και απότιστα, κλεισμένα στα μαντριά τους. Έτσι, ζώντας όλοι στην ατμόσφαιρα της σωτήριας λύπης και του πένθους, απέφυγαν τις ολέθριες συνέπειες της αμαρτίας τους και βρήκαν συγχώρηση και έλεος από τον Θεό.

Επειδή λοιπόν, αδελφοί μου, και η δική μας ζωή περνάει σχεδόν ολόκληρη μέσα στην αμαρτία, οφείλουμε κι εμείς να λειτουργήσουμε τη σωτήρια αυτή λύπη που γεννιέται από τη μετάνοια. Γιατί αν δεν κάνουμε αυτό, τότε, καθώς λέει ο Κύριος, «οι Νινευίτες θα μας κατακρίνουν κατά την ημέρα της κοινής αναστάσεως» (Ματθ. 12, 41). Κι αυτό, γιατί εκείνοι μετανόησαν με το κήρυγμα του Ιωνά, ενώ εμείς δεν μετανοούμε με το λόγο του Κυρίου μας Ιησού Χρι­στού, ο Οποίος είναι και ο Θεός του Ιωνά.

Ο Ιωνάς, επίσης, δεν κήρυττε μόνο μετάνοια, αλλά μιλούσε και για τις βαριές συνέπειες της αμαρ­τίας τους, δηλαδή για καταδίκη και για θάνατο. Ο Χριστός όμως ήλθε για να έχουμε ζωή και κάτι περισσότερο ακόμα: Για να απολαύσουμε τη Θεία Υιοθεσία και την Ουράνια Βασιλεία.

Ο Ιωνάς, με το κήρυγμά του, δεν υποσχόταν Βασιλεία Ουρανών. Ο Χριστός όμως, κηρύττοντας μετάνοια, μας υπόσχεται Βασιλεία Ουράνια. Ταυτό­χρονα, μας προλέγει τη μέλλουσα συντέλεια του κόσμου, λέγοντας: «Όπως οι άνθρωποι της εποχής του Νώε απολάμβαναν τα σωματικά αγαθά με άνεση και χωρίς φόβο, και ξαφνικά ήλθε ο κατακλυσμός και τους αφάνισε όλους, έτσι θα συμβεί και στη συντέλεια, γιατί παρέρχεται το σχήμα αυτού του κόσμου» (Α’ Κορ. 7, 31).

Ο Ιωνάς απειλούσε τότε τους Νινευίτες με καταστροφή φθαρτών πραγμάτων, αλλά δεν τους μίλησε για φοβερό βήμα και αδέκαστη Κρίση ούτε βέβαια για το πυρ το άσβεστο ούτε για ακοίμητο σκώληκα ούτε για σκότος εξώτερο ούτε τριγμό των οδόντων ούτε πένθος απαράκλητοΟ Κύριος όμως, παράλληλα με αυτά, είπε ότι όσοι δεν λυπηθούν για τις αμαρτίες τους εδώ και δεν κλαύσουν, αυτές τις συνέπειες θα τις γευθούν μετά τη συντέλεια του κόσμου, η οποία δεν θα λάβει χώρα σε τρεις ημέρες, όπως κήρυττε τότε ο Ιωνάς, αλλά μετά από πολύ χρόνο. Και αυτό θα γίνει από την απέραντη μακροθυμία του Χριστού.

Η μακροθυμία λοιπόν του Θεού σε οδηγεί, αδελφέ μου, σε μετάνοια και λύπη. Πρόσεχε όμως, μήπως, από τη σκληρότητά σου και την ανάλγητη καρδιά σου, «θησαυρίσεις για τον εαυτό σου οργή κατά την ημέρα της συντέλειας και της δικαιοκρισίας του Θεού» (Ρωμ. 2, 5). Διότι ο Κύριος θα αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του.

Σ’ εκείνους που ζητούν, με τη ζωή της μετά­νοιας και της υπομονής, με την οδύνη και συντριβή της καρδιάς, την άφεση των αμαρτιών τους, θα δώ­σει ο Κύριος χαρά και ανάπαυση, ζωή αιώνια και βασιλεία άρρητη. Σε όσους όμως παρέμειναν στην ζωή ανάλγητοι και αμετανόητοι, θα έλθει θλίψη και στενοχώρια αφόρητη και επιπλέον, ατελεύτητη κό­λαση.
*

Ο προφήτης Δαυίδ επίσης αναδείχθηκε στήλη «της κατά Θεόν λύπης». Και μάλιστα, στήλη που ζει και διακηρύττει την αξία της σωτήριας λύπης και της κατανύξεως. Διότι αυτός κατέγραψε και την αμαρτία που διέπραξε, αλλά και το πένθος προς τον Θεό και τη μετάνοια που ο ίδιος επέδειξε, καθώς και το έλεος που δέχθηκε από τον Θεό. Αυτός λέει στον Ψαλμό: «Είπα, θα εξομολογηθώ ενώπιον του Κυρίου την ανομία μου, και Συ συγχώρεσες την ασέβεια της καρδιάς μου» (Ψαλμ. 31, 5). Εννοούσε βέβαια ως ασέβεια τη ρίζα της κακίας, το ένοικο πάθος και ως ανομία την έμπρακτη αμαρτία. Γι’ αυτήν, αφού την έκανε σε όλους γνωστή, θρήνησε και πένθησε. Έτσι βρήκε όχι μόνο την άφεση, αλλά δέχθηκε στην ψυχή του και τη θεραπεία.

Πώς όμως πενθούσε; Ας ακούσουμε πάλι τον ίδιο να μας λέει: «Με μαστίγωναν οι θλίψεις και οι αδικίες όλη την ημέρα και ήλεγχα τον εαυτό μου συνεχώς μήπως και έχω πέσει σε κάποια αμαρτία» (Ψαλμ. 72, 14) και «όλη την ημέρα πενθούσα και σκυθρώπαζα και ταπείνωνα τον εαυτό μου» (Ψαλμ. 34, 14)…

Εμπρός λοιπόν, αδελφοί μου, ας προσκυνή­σουμε και ας προσπέσουμε και ας κλαύσουμε, -όπως ο ίδιος Προφήτης μας προτρέπει- ενώπιον του Κυ­ρίουπου μας έπλασε και μας κάλεσε σε μετάνοια και σ’ αυτή τη σωτήρια λύπη, το πένθος και την κατάνυξη. Κι αυτό, γιατί εκείνος που δεν έχει λύπη, δεν έχει υπακούσει σ’ Εκείνον που έχει κάνει την κλήση, δεν έχει συναριθμηθεί με τους προσκαλεσμέ­νους Αγίους του Θεού, ούτε, ασφαλώς, θα αξιωθεί να λάβει την παρηγοριά εκείνη που έχει υποσχεθεί ο Κύριος στο Ευαγγέλιο. Γιατί Εκείνος λέει: «Είναι μακάριοι εκείνοι που πενθούν, διότι αυτοί θα βρουν παρηγοριά» (Ματθ. 5, 4). 
*

Υπάρχει κανένας που μπορεί να ισχυρισθεί ότι δεν έχει αμαρτίες και γι’ αυτό δεν χρειάζεται το πένθος; Αλλά και αν ακόμα λέγαμε κάτι τέτοιο -πράγμα σχεδόν αδύνατον, αφού και μόνο το να έχει φθάσει κανείς στη μετριοπάθεια είναι μεγάλο κατόρθωμα- όμως στην αρχή του λόγου μας αναφέ­ραμε και μια ακόμα αιτία πένθους. Οι μαθητές του Χριστού λυπούνταν επειδή δεν θα έβλεπαν πλέον τον Μόνο και Αληθινό Αγαθό, Τον Διδάσκαλο και Σωτήρα τους. Εκείνου και εμείς τώρα τη θέα στερού­μαστε. Και όχι μόνο Εκείνον αλλά και την τρυφή του Παραδείσου. Διότι ξεπέσαμε από αυτή και ανταλ­λάξαμε τον απαθή εκείνο τόπο με τον εμπαθή και επίπονο τούτο χώρο που τώρα ζούμε. Στερηθήκαμε την πρόσωπο με Πρόσωπο συνομιλία μας με τον Θεό, την συναναστροφή με τους Αγγέλους Του και την ατελεύτητη ζωή.

Ποιός λοιπόν, γνωρίζοντας το τι έχουμε στερη­θεί, δεν θα πονέσει και δεν θα πενθήσει γι’ αυτό; Αν υπάρχει κάποιος που το γνωρίζει και δεν το κάνει, τότε, σίγουρα, αυτός δεν είναι πιστός.

Επομένως, εμείς τώρα που γνωρίζουμε, με τη θεόπνευστη διδασκαλία της Αγίας Γραφής, τι έχει συμβεί, ας πενθήσουμε τους εαυτούς μας, αδελφοί, και ας καθαρίσουμε τους μολυσμούς που έχουμε υποστεί από τις αμαρτίες που έχουμε διαπράξει, με το σωτήριο πένθος. Έτσι και το έλεος του Θεού θα βρούμε και τον Παράδεισο θα ανακτήσουμε και την αιώνια παρηγοριά και ανάπαυση θα απολαύσουμε.
*

Αυτή τη ζωή, μακάρι όλοι να την αποκτήσουμε, με τη Χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον Αναρχο Πατέρα και το Πανάγιο και Αγαθό και Ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


(Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο «ΩΔΗ ΣΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ: Η Λύπη κατά τους Πατέρες», Εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα).
ΠΗΓΗ.ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2018

(Αγ.Ιωάννου του Χρυσοστόμου)-Πατερικές Ερμηνευτικές σκέψεις

Κείμενο Ευαγγελίου (Ματθαίου δ´ 18-23)
Τω καιρώ εκείνω περιπατών ο Ιησούς παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας είδε δύο αδελφούς, Σίμωνα τον λεγόμενον Πέτρον και Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού, βάλλοντας αμφίβληστρον εις την θάλασσαν· ήσαν γαρ αλιείς· και λέγει αυτοίς· δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. Οι δε ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ. Και προβάς εκείθεν είδεν άλλους δύο αδελφούς, Ιάκωβον τον του Ζεβεδαίου και Ιωάννην τον αδελφόν αυτού, εν τω πλοίω μετά Ζεβεδαίου του πατρός αυτών καταρτίζοντας τα δίκτυα αυτών, και εκάλεσεν αυτούς. Οι δε ευθέως αφέντες το πλοίον και τον πατέρα αυτών ηκολούθησαν αυτώ. Και περιήγεν όλην την Γαλιλαίαν ο Ιησούς διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών και κηρύσσων το ευαγγέλιον της βασιλείας και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ.

Μετάφραση Ευαγγελίου (Ματθ. δ´ 18-23)
Κατ’ εκείνον τον καιρόν όταν περπατούσε ο Ιησούς κοντά εις την λίμνην της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, τον Σίμωνα, ο οποίος ελέγετο Πέτρος, και τον Ανδρέαν τον αδελφόν του, να ρίχνουν δίχτυ εις την λίμνην, διότι ήσαν ψαράδες. Και τούς λέγει, «Ελάτε, ακολουθήστέ με, και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων». Αυτοί εγκατέλειψαν αμέσως τα δίχτυα και τον ακολούθησαν. Και όταν επροχώρησε απ’ εκεί, είδε άλλους δύο αδελφούς, τον Ιάκωβον, τον υιόν του Ζεβεδαίου και τον Ιωάννην τον αδελφόν του, μέσα σε πλοιάριον μαζί με τον Ζεβεδαίον, τον πατέρα τους, να επισκευάζουν τα δίχτυα τους και τους εκάλεσε. Αυτοί αμέσως άφησαν το πλοιάριον και τον πατέρα τους και τον ακολούθησαν.Ο Ιησούς εγύριζε ολόκληρη την Γαλιλαίαν και εδίδασκε εις τας συναγωγάς των και εκήρυττε το ευαγγέλιον της βασιλείας και εθεράπευε κάθε ασθένειαν και κάθε αδυναμίαν εις τον λαόν.
Πατερικές Ερμηνευτικές σκέψεις
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
(ΜΙGΝΕ Ρ. G. τ. 57, στ. 217-222. ΕΠΕ τ. 9, σελ. 447-453)
Πρόσεξε όμως και την πίστη και την υπακοή των μαθητών. Όταν άκουσαν το κάλεσμά Του, ήταν στη μέση της εργασίας και ξέρετε πόσο απαιτητικό είναι το ψάρεμα. Κι όμως δεν άφησαν γι’ αργότερα, δεν είπαν· «Άμα γυρίσουμε στο σπίτι, θα μιλήσουμε με τούς δικούς μας». Αλλά τ’ άφησαν όλα και Τον ακολούθησαν, όπως έκαμε ο Ελισσαίος στα χρόνια του προφήτη Ηλία. Τέτοια υπακοή ζητά από μας ο Χριστός, ώστε ούτε ένα δευτερόλεπτο αναβολή να μην κάνουμε, ακόμα κι αν μας βιάζει κάτι από τα απαραίτητα. 
Γι’ αυτό και κάποιον άλλον, που τον πλησίασε και ζήτησε να θάψει τον πατέρα του, ούτε αυτό δεν τον άφησε να κάνει, δείχνοντας ότι από όλα πρέπει να προτιμούμε να Τον ακολουθήσουμε. Και αν ισχυριστείς ότι ήταν μεγάλη η υπόσχεση που τούς έδωσε, θα απαντήσω ότι γι’ αυτό και τούς θαυμάζω πιο πολύ, επειδή παρ’ όλο που ακόμα δεν είχαν δει απ’ Αυτόν κανένα θαυμαστό σημείο, πίστεψαν σε τόσο μεγάλη υπόσχεση και όλα τα άλλα τα θεώρησαν δευτερεύοντα μπροστά στο να Τον ακολουθήσουν. Γιατί με όποια λόγια πείστηκαν οι ίδιοι, πίστεψαν ότι με αυτά θα μπορούσαν κι άλλους να πείσουν. Αυτό, λοιπόν, υποσχέθηκε σ’ αυτούς. Σ’ εκείνους όμως που ήταν μαζί με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη δεν είπε τίποτα τέτοιο, γιατί η υπακοή των πρώτων άνοιξε έπειτα το δρόμο και σ’ αυτούς. Εξ άλλου είχαν ακούσει πολλά προηγουμένως γι’ Ατόν.
Κοίταξε και πόσο σαφή υπαινιγμό κάνει για τη φτώχεια τους. Τους βρήκε να ράβουν τα δίχτυα τους. Τόσο μεγάλη ήταν η φτώχεια τους, ώστε να διορθώνουν τα χαλασμένα, επειδή δεν μπορούσαν ν’ αγοράσουν άλλα. Δεν ήταν κι αυτό τότε μικρό δείγμα αρετής, η αγόγγυστη δηλαδή υπομονή στη φτώχεια, η απόκτηση της τροφής από τίμιο μόχθο, ο σύνδεσμος μεταξύ τους με τη δύναμη της αγάπης, το να έχουν μαζί τον πατέρα τους και να τον περιποιούνται. Κι όταν τους έπιασε στα δίχτυα Του, τότε αρχίζει, ενώ αυτοί είναι μαζί Του, να θαυματουργή, βεβαιώνοντας με τα έργα Του ό,τι είχε πει γι’ Αυτόν ο Ιωάννης ο Βαπτιστής...
Βρισκόταν αδιάκοπα στις συναγωγές κι εκεί τούς έλεγε ότι δεν είναι κανένας αντίθεος η πλάνος, αλλά ο ερχομός Του είναι σύμφωνος με το θέλημα του Θεού Πατέρα. Κι εκεί δεν κήρυττε μόνον, αλλά έκανε και θαύματα. Γιατί πάντοτε όταν γίνεται κάτι διαφορετικό και παράδοξο και εισάγεται ένας νέος τρόπος ζωής, συνηθίζει ο Θεός να κάνει θαύματα, δίνοντας εχέγγυα για τη δύναμή Του σ’ εκείνους που είναι να δεχτούν τους νόμους. 
Έτσι, όταν ήταν να πλάση τον άνθρωπο, δημιούργησε όλον τον κόσμο και τότε του έδωσε το νόμο εκείνο μέσα στον παράδεισο. Και όταν ήταν να δώσει το νόμο του Νώε, πάλι μεγάλα θαύματα έκανε, με τα οποία αναδημιούργησε όλη την πλάση και κράτησε ολόκληρο χρόνο το φοβερό εκείνο κατακλυσμό κι έκανε όλα εκείνα, με τα οποία έσωσε το δίκαιο εκείνο (το Νώε) μέσα στο χαλασμό. Και στα χρόνια του Αβραάμ παρουσίασε πολλά θαύματα, τη νίκη στον πόλεμο, την πληγή που έδωσε στο Φαραώ, την απαλλαγή από τούς κινδύνους. Κι όταν νομοθετούσε στους Εβραίους, παρουσίασε τα θαυμαστά και μέγιστα εκείνα σημεία και τότε τους έδωσε το νόμο. Έτσι κι εδώ, θέλοντας να δώσει έναν ανώτερο τρόπο ζωής και να τούς πει όσα ποτέ δεν είχαν ακούσει από κανέναν, επιβεβαιώνει τούς λόγους Του με τα θαύματά Του. Επειδή δηλαδή δε φαινόταν η βασιλεία που κήρυττε, αυτή λοιπόν την αόρατη βασιλεία τη φανερώνει με χειροπιαστά θαύματα
Και πρόσεξε τη λιτότητα του Ευαγγελιστή. Δε μας διηγείται δηλαδή για τον καθένα από όσους θεραπεύονταν, αλλά με δυο λόγια παρατρέχει αναρίθμητο πλήθος από θαύματα. «Του έφεραν, λέει, όλους όσοι ταλαιπωρούνταν από διάφορες ασθένειες και βασανίζονταν, δαιμονισμένους, σεληνιαζομένους, παραλυτικούς και τούς θεράπευσε». Αλλά αυτό είναι το αξιοπερίεργο, γιατί δηλαδή δε ζήτησε από κανένα τους πίστη ούτε καν είπε αυτό που έπειτα φανερά έλεγε· «Πιστεύετε ότι μπορώ να το κάνω αυτό»; Αυτό έγινε επειδή δεν είχε δώσει ακόμα απόδειξη της δυνάμεώς Του. Εξ άλλου το ότι έρχονταν σ’ Αυτόν είτε από μόνοι τους είτε τούς έφερναν άλλοι, μαρτυρούσε πίστη αξιόλογη. Τους έφερναν από μακριά και δε θα τούς είχαν φέρει, αν δεν είχαν πείσει τον εαυτό τους γι’ Αυτόν ολοκληρωτικά.
Ας τον ακολουθήσουμε λοιπόν κι εμείς. Γιατί έχουμε πολλές ασθένειες στην ψυχή μας κι αυτές θέλει πρώτα να θεραπεύσει. Γι’ αυτό αποκαθιστά τις σωματικές ασθένειες, για να εξορίσει τις ψυχικές από την ψυχή μας. Ας έρθουμε λοιπόν κοντά Του και ας μην Του ζητήσουμε τίποτα βιοτικό, παρά μόνο τη συγχώρηση των αμαρτιών μας· μας τη δίνει και τώρα, αν την επιδιώκουμε με ζήλο. Τότε είχε φτάσει η φήμη Του ως τη Συρία· τώρα έχει φτάσει σ’ όλη την οικουμένη. Κι εκείνοι έτρεχαν κοντά Του, όταν άκουγαν μόνο πως θεράπευε δαιμονισμένους· εσύ όμως, που έχεις περισσότερες και μεγαλύτερες αποδείξεις για τη δύναμή Του, γιατί δε σηκώνεσαι να τρέξεις σ’ Αυτόν; Κι εκείνοι μεν άφησαν και πατρίδα και φίλους και συγγενείς· εσύ όμως δε θέλεις ούτε το σπίτι σου ν’ αφήσεις, για να πας κοντά Του και να λάβεις πολύ περισσότερα; Η μάλλον δε ζητάμε ούτε καν αυτό από σένα. Άφησε μόνο την κακή συνήθεια και μένοντας στο σπίτι σου μαζί με τούς δικούς σου θα μπορέσεις εύκολα να σωθείς...
Ας βγάλουμε από τη μέση την πηγή των κακών (την αμαρτία) και όλα τα κύματα των ασθενειών θα σταματήσουν.

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Λόγος εις την ημεραν της εορτής των Αγίων Πάντων (Άγιος Λουκάς, Αρχιεπ. Συμφερουπόλεως της Κριμαίας)


Κάθε ημέρα του έτους η Αγία μας Εκκλησία την αφιερώνει στην μνήμη κάποιου Αγίου ή και μερικών αγίων μαζί. Σ’ αυτούς συγκαταλέγονται οι άγιοι που είναι γνωστοί και έκαναν θαύματα όταν ζούσαν ή από τα λείψανα των οποίων γίνονταν θαύματα. Ο αριθμός τους δεν είναι και τόσο μεγάλος, όμως είναι σίγουρο ότι υπάρχουν πολύ περισσότεροι άγιοι ενώπιον του Θεού, ο οποίος μόνος «γινώσκει τα κρύφια της καρδίας» (Ψαλ. 43, 22). Στην μνήμη αυτών των
αγίων
που τους γνωρίζει μόνο ο Θεός αφιερώνει η Εκκλησία την
πρώτη Κυριακή μετά την Πεντηκοστή
.
Για το ότι είναι πάρα πολλοί αυτοί οι Άγιοι, μαρτυρεί ο άγιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψη του
. «Μετά ταύτα είδον, και ιδού όχλος πολύς, ον αριθμήσαι αυτόν ουδείς εδύνατο, εκ παντός έθνους και φυλών και λαών και γλωσσών, εστώτες ενώπιον του Θρόνου και ενώπιον του Αρνίου, περιβεβλημένους στολάς λευκάς, και φοίνικες εν ταις χερσίν αυτών… Ούτοι εισίν οι ερχόμενοι εκ της θλίψεως της μεγάλης, και έπλυναν τας στολάς αυτών και ελεύκαναν αυτάς εν τω Αίματι του Αρνίου» (Απ. Ζ, 9-14).
Ο Μόνος Καρδιογνώστης Θεός γνωρίζει τους αγνώστους στον κόσμο πτωχούς τω πνεύματι, οι οποίοι δεν υψώνουν τον εαυτό τους πάνω από τους άλλους και ειλικρινά θεωρούν τους εαυτούς τους πιο αμαρτωλούς και χειρότερους από τους άλλους, οι οποίοι κλαίνε ήσυχα για τις αμαρτίες τους και για τις βαθιές θλίψεις και τις αδικίες που υπάρχουν στον κόσμο. Αυτοί πεινούν και διψούν την αλήθεια στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και των λαών, αλλά η πραότητά τους και η αγάπη δεν τους επιτρέπει να πολεμούν γι’ αυτή την αλήθεια, συμμετέχοντας στις επαναστάσεις.
Όχι μόνο τη γήινη αλήθεια πεινούν και διψούν αυτοί οι άνθρωποι, αλλά σε βαθμό ασύγκριτα μεγαλύτερο, πεινούν και διψούν την ανώτερη, την Θεία, αλήθεια. Με όλη την καρδιά τους λυπούνται όλους αυτούς τους ανθρώπους που υποφέρουν και ζουν μέσα στην ανέχεια. Όμως και οι ίδιοι είναι φτωχοί και λίγα μπορούν να δώσουν σ’ εκείνους που είναι φτωχότεροι απ’ αυτούς. Αλλά αυτή η μικρή τους προσφορά είναι μεγάλη στα μάτια του Θεού, σαν την προσφορά της χήρας, η οποία έβαλε στο θησαυροφυλάκιο του Ναού όλη την περιουσία της.Οι καρδιές τους, που αδιαλείπτως καθαρίζονται με την ταπείνωση και τα δάκρυα, με την πραότητα και την ευσπλαγχνία, λάμπουν ενώπιον του Θεού με την αγνότητά τους. Με ταπεινά λόγια αγάπης συμφιλιώνουν τους εχθρούς. Όμως αυτή
η αγάπη, που έχουν στο Θεό και τα αγαθά τους έργα, γίνονται καρφί στο μάτι αυτών που ζουν χωρίς την πίστη στο Θεό
.
Τους κυνηγάνε, τους διώχνουν για την αγάπη τους στο Χριστό, τους βρίζουν και τους κακολογούν
. Όλα αυτά ο Χριστός τα ακούει και τα βλέπει. Τους αγαπά γιατί πάντα τηρούν τις εντολές Του, στον καιρό των διωγμών τους φανερώνεται και στην αιώνια ζωή ετοιμάζει γι’ αυτούς την μεγάλη και ατέλειωτη χαρά.Ο Καρδιογνώστης Θεός κρίνει τη ζωή και τις πράξεις αυτών των Αγίων ανθρώπων, τους οποίους
μόνο Εκείνος γνωρίζει, με έναν τρόπο διαφορετικό από το πως κρίνει ο κόσμος
. «Ότι το εν ανθρώποις, υψηλόν βδέλυγμα ενώπιον του Θεού» (Λκ. ΙΣΤ’, 15).Προσπάθησα να σας παρουσιάσω την ταπεινή αλλά μεγάλη στα μάτια του Θεού μορφή των αμέτρητων αγνώστων και ανωνύμων Αγίων,
τη μνήμη των οποίων εορτάζουμε σήμερα
. Ας είναι, αδελφοί μου και αδελφές, και η δική μας ζωή τέτοια, ώστε να μπορέσουμε και εμείς μετά το θάνατο μας να ενωθούμε μ’ αυτό το πολυάριθμο πλήθος των ανθρώπων, ντυμένων με λευκές στολές που τις έπλυναν με το Αίμα του Αρνίου, και, κρατώντας φοινικόκλαδα στα χέρια μας, να δοξάζουμε αιώνια τον Μόνο και Τριαδικό Θεό, υμνώντας και ευχαριστώντας Τον ακατάπαυστα. Αμήν. (“Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως της Κριμαίας: Λόγοι και ομιλίες που εκφωνήθηκαν στην Συμφερούπολη κατά την περίοδο 1955-1957”, ΤΟΜΟΣ Α’ ΕΚΔΟΣΗ Β’ Σελ. 269 – 272. Μετάφραση από τα ρωσικά. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», Θεσσαλονίκη) (Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)

Πηγή: http://alopsis.gr/
Πηγή: https://synaxipalaiochoriou.blogspot.gr/

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ




 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)


Τη σήμερον ημέρα, Κυριακή μετά την Πεντηκοστήν,
την των απανταχού της Οικουμένης εν Ασία, Λιβύη και Ευρώπη,
Βορρά τε και Νότω, Αγίων Πάντων εορτήν εορτάζομεν.
Η Κυριακή των Αγίων Πάντων είναι η τελευταία Κυριακή του «Πεντηκοσταρίου». Με αυτήν τελειώνει ο κινητός κύκλος των εορτών που άρχισε από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου. Η Κυριακή των Αγίων Πάντων είναι η σφραγίδα και το τέλος της μεγάλης εορταστικής αυτής περιόδου και μας παρουσιάζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τους Αγίους Πάντες, τους «την γην ουρανώσαντας». Είναι απόδειξη του έργου της Εκκλησίας και παρουσιάζει «όσα αγαθοδότως ηγίασε το πνεύμα το άγιον» στον κόσμο.
ΤΟ «ΙΣΤΟΡΙΚΟ» ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ
Η Εορτή των Αγίων Πάντων τους πρώτους αιώνες ήταν εορτή μόνο των Μαρτύρων. Έτσι έχουμε ομιλία του ιερού Χρυσοστόμου, 4ος αιώνας, για την εορτή αυτή. Επίσης, το Τυπικό της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινουπόλεως κατά τον Ι' αιώνα, προβλέπει σύναξη και παννυχίδα στη Μεγάλη Εκκλησία , και στο ναό των Αγίων Μαρτύρων, που βρισκόταν κοντά στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Η εορτή τιτλοφορείται «των Αγίων Πάντων», αλλά το συναξάρι της ημέρας επισημαίνει ότι κατ' αυτήν επιτελείται η μνήμη «των αγίων και καλλινίκων μαρτύρων των εν πάση τη οικουμένη κατά διαφόρους καιρούς μαρτυρησάντων υπέρ του ονόματος του Μεγάλου Θεού και Σωτήρος Ημών Ιησού Χριστού».
Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Νικηφόρου Ξανθόπουλου στο συναξάρι της ημέρας, η Εορτή των Αγίων Πάντων θεσπίσθηκε επί Λέοντος του Σοφού. Μετά το θάνατο της ευσεβεστάτης και ευλαβεστάτης συζύγου του Βασιλίσσης Θεοφανούς, έκτισε ναό με σκοπό να τον τιμήσει στο όνομά της, επειδή «ευαρέστησε κατ' άκρον τω Θεώ».
Όταν ανακοίνωσε στην Εκκλησία το σκοπό του, του υποδείχθηκε ότι πρέπει να περάσει χρόνος για να αποκτήσει αυτή το «τίμιον και σεβάσμιον». Ο Βασιλεύς υποτάχθηκε και αφιέρωσε το ναό στη μνήμη και τιμή πάντων των Αγίων των απανταχού της γης και είπε: «ει και Θεοφανώ Αγία, συναριθμείσθω μετά τούτων πάντων». 

ΛΟΓΟΙ ΣΥΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ
Έστω κι αν η εορτή ξεκίνησε για τους Αγίους Μάρτυρες και επεκτάθηκε στη συνέχεια για Πάντες τους Αγίους, οι Άγιοι Πατέρες θέσπισαν τη συλλογική αυτή εορτή για τους εξής λόγους:
1. Για να μας δείξουν ότι κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα, ο Θεός και ανεβαίνει στον ουρανό ο χοϊκός άνθρωπος. Οι πριν αποξενωμένοι από το Θεό γίνονται φίλοι του και «ένα» με αυτόν, έχουν τη δυνατότητα να γίνουν «Άγιοι».(Επ' αυτούς «το Πνεύμα το Άγιον σκηνώσαν ηγίασεν»).Και έτσι αναπληρώσαμε το πεπτωκός εκείνο τάγμα των Αγγέλων.
2. Πολλοί άγιοι είναι γνωστοί και τιμώνται με εορτές και πανηγύρεις και λιτανείες. Όμως υπάρχουν και πολλοί άγνωστοι και αφανείς άγιοι, γνωστοί στο Θεό, «νέφος μαρτύρων». Αυτούς τους αγνώστους τιμά η Εκκλησία, όσοι «κατά Χριστόν επολιτεύσαντο εν Ινδοίς και Αιγυπτίοις και Άραψι και Μεσοποταμία τε και Φρυγία και τοις άνωθεν του Ευξείνου. Έτι δε και εν πάση τη Εσπερία άχρι και αυτών των Βρεττανικών νήσων, απλώς ειπείν εν Ανατολή και Δύσει».
Είναι το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη της Ορθοδοξίας η παρούσα εορτή!
3. Για να ζητούμε τη βοήθειά τους, για να μιμούμεθα το βίο τους…
4. Όλοι οι άγιοι που τιμώνται χωριστά είναι επιβεβλημένο να συναθροισθούν σε μια κοινή εορτή για να υπογραμμισθεί μ' αυτόν τον τρόπο ότι όλοι μαζί αγωνίσθηκαν για ένα Χριστό, σε ένα κοινό στάδιο της αρετής, υπό ενός Θεού στεφανώθηκαν και συνέστησαν την «μίαν Εκκλησίαν», προτρέποντας και εμάς να αγωνιζόμεθα με όλες μας τις δυνάμεις «τον ίσον αγώνα» με αυτούς, ώστε όταν ο Αγωνοθέτης Χριστός μας καλέσει στην εν ουρανοίς πανήγυρη των πρωτοτόκων, να μπορέσουμε να συναριθμηθούμε μετά των Αγίων του!
5. Για τους επιγενησομένους αγίους!...(που θα γίνουν στη συνέχεια άγιοι), για όσους «πρότερον και ύστατον…» θα συγκαταριθμηθούν με τους Αγίους… Έχει μια καταπληκτική δυναμική η παρούσα εορτή. Είναι προληπτικά και «δική μας» εορτή!...
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ
Μάρτυρες του Χριστού και Άγιοι δεν είναι μόνο εκείνοι που έχυσαν το αίμα τους για την πίστη του Χριστού.
«Μάρτυρες» είναι όλοι όσοι αγωνίσθηκαν και αγωνίζονται τον αγώνα της Χριστιανικής ζωής με ακρίβεια και συνέπεια… Είναι «μαρτύριο πνεύματος» η καθημερινή βίωση του λόγου του Σταυρού, η Σταύρωση των παθών και της κακίας μας, η ανακαίνιση της ψυχής μας. 

ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ
Των εν όλω τω κόσμω Μαρτύρων σου, ως πορφύραν και βύσσον τα αίματα, η Εκλκησία σου στολισαμένη, δι' αυτών βοά σοι, Χριστέ ο Θεός. Tω λαώ σου τους οικτιρμούς σου κατάπεμψον, ειρήνην τη πολιτεία σου δώρησαι, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος. 
http://agiografikesmeletes.blogspot.gr/2010/05/blog-post_30.html 
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῶν Ἁγίων.Ποίημα Μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου
  Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Ἁγίων Ἁπάντων τὰ μύρια συστήματα, σὺν τοῖς Ἀποστόλοις Προφήτας, Ἱεράρχας καὶ Μάρτυρας, Ὁσίων καὶ Δικαίων τοὺς χορούς, καὶ ἄθροισμα Ἁγίων Γυναικῶν, καὶ σὺν πᾶσιν ἀνωνύμοις τε καὶ γνωστοῖς, ὑμνήσωμεν κραυγάζοντες· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ τὴν Ἐκκλησίαν δι’ ὑμῶν πυρσεύοντι. 



Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

Διδαχή την Κυριακή του Τυφλού για την έπαρση και την ταπεινοφροσύνη (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)


«Eις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται» (Ιω. 9:39)
ΑΓΑΠΗΤΟΙ αδελφοί! Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, μετά τη θεραπεία του εκ γενετής τυ­φλού, για την οποία ακούσαμε σήμερα στο ιερό Ευαγγέλιο, είπε: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί» (Ιω. 9:39). Τέτοια λόγια δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορους τους υπερήφανους «σοφούς» και «δικαίους» του κόσμου τούτου, όπως ήταν οι Φαρι­σαίοι. Εξαιτίας της φιλαυτίας τους και της μεγάλης ιδέ­ας που είχαν για τον εαυτό τους, αισθάνθηκαν θιγμένοι από την παρατήρηση του Κυρίου. Αντέδρασαν, λοιπόν, με μιαν ερώτηση, που εκφράζει την αγανάκτηση και την έπαρσή τους, αλλά συνάμα και τη χλευαστική τους διά­θεση και τον φθόνο τους και την περιφρόνησή τους προς τον Χριστό: «Μήπως είμαστε κι εμείς τυφλοί;» (Ιω. 9:40).
Στην απάντηση του Κυρίου καθρεφτίζεται η ψυχική κα­τάσταση των Φαρισαίων, η οποία προκάλεσε την ερώτησή τους: «Αν ήσασταν τυφλοί, δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως, λέτε με βεβαιότητα ότι βλέπετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει» (Ιω. 9:41).
Πόσο φοβερή ασθένεια της ψυχής είναι η έπαρση! Στα ανθρώπινα έργα, στερεί από τον υπερόπτη τη βοή­θεια και τη συμβουλή του πλησίον. Και στο έργο του Θεού, στο έργο της σωτηρίας, στέρησε από τους αλαζόνες Φαρισαίους της εποχής του Κυρίου και στερεί από τους Φαρισαίους κάθε εποχής τον πιο πολύτιμο θησαυ­ρό, τη θεία δωρεά που έφερε από τον ουρανό ο Υιός του Θεού· τους στέρησε και τους στερεί τη θεία αποκάλυψη και τη μακάρια κοινωνία με τον Θεό, κοινωνία που προ­ϋποθέτει την αποδοχή αυτής της αποκαλύψεως.
Οι Φαρισαίοι θεωρούσαν ότι ανήκαν στους ανθρώπους «που βλέπουν», ότι δηλαδή είχαν φτάσει στην αλη­θινή και τέλεια θεογνωσία, δεν χρειάζονταν περαιτέρω πρόοδο και, επομένως, δεν είχαν ανάγκη από καμιά σπουδή ή διδαχή. Γι’ αυτό απέρριπταν τη διδασκαλία για τον Θεό, που τους την παρέδιδε άμεσα ο Ίδιος.
Η αρετή της ταπεινώσεως εναντιώνεται στο πάθος της υπερηφάνειας, το οποίο εκδηλώνεται με ξεχωριστό τρό­πο στο πνεύμα του κάθε ανθρώπου. Όπως η υπερηφάνεια είναι κατεξοχήν ασθένεια του πνεύματος, έτσι και η ταπείνωση είναι κατεξοχήν κατάσταση ευρωστίας του πνεύματος, μια αγαθή και μακάρια κατάσταση. Στην Αγία Γραφή και στα έργα των αγίων πατέρων ονομάζεται συ­χνά και ταπεινοφροσύνη. Τι είναι η ταπεινοφροσύνη; Είναι η ορθή αντίληψη του ανθρώπου για την ανθρώπινη φύση και, επομένως, η ορθή αντίληψη του ανθρώπου για τον εαυτό του.
Το άμεσο αποτέλεσμα της ταπεινώσεως ή ταπεινο­φροσύνης ως ορθής αντιλήψεως για την ανθρώπινη φύ­ση και για τον ίδιο μας τον εαυτό είναι η ειρήνευση της καρδιάς. Ο ταπεινός άνθρωπος είναι ειρηνικός και απέναντι στους συνανθρώπους του και απέναντι στον εαυτό του και απέναντι στις κάθε λογής περιστάσεις και απέναντι στον Θεό, είναι ειρηνικός και με τη γη και με τον ουρανό. Η ταπείνωση έχει πάρει το όνομά της από την ειρήνη που γεννά στην καρδιά μας. Την κατάσταση της ηρεμίας, της χαράς και της μακαριότητας, που προκαλείται μέσα μας από την αρετή, την ονομάζουμε τα­πείνωση. Όταν θέλουμε μαζί με την κατάσταση να δεί­ξουμε και την πηγή της, τότε κάνουμε λόγο για ταπεινοφροσύνη.
Μη σκεφθείτε, αγαπητοί αδελφοί, ότι ο ορισμός που δώσαμε στην ταπεινοφροσύνη, περιγράφοντάς την ως την ορθή αντίληψη του ανθρώπου για την ανθρώπινη φύση, γενικά, και για τον εαυτό του, ειδικά, είναι αυθαί­ρετος. Ο ίδιος ο Κύριος την όρισε έτσι, λέγοντας: «Θα γνωρίσετε την αλήθεια, και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει» (Ιω. 8:32). Τι είναι αυτή η ελευθερία, η πνευματική ελευ­θερία, που παρέχεται από την αλήθεια, αν όχι η ευλο­γημένη ειρήνη της καρδιάς, αν όχι η αγία ταπείνωση, αν όχι η ευαγγελική ταπεινοφροσύνη; Η θεία αλήθεια είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός (Βλ. Ιω. 14:6). Εκείνος διακήρυξε: «Μάθετε από μένα», από τη θεία Αλήθεια, «ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά, και θα βρείτε ανάπαυ­ση στις ψυχές σας» (Ματθ. 11:29). Η ταπεινοφροσύνη είναι τρόπος σκέψεως του ανθρώπου εμπνευσμένος από τη θεία Αλή­θεια [“Το στόμα του ταπεινόφρονα λέει την αλήθεια”, σημειώνει ο όσιος Μάρκος ο Ασκητής, (Περί νόμου πνευματικού Κεφάλαιο Σ’, θ’)]. Η έπαρση είναι θλιβερή και ολέθρια αυταπάτη, είναι θανάσιμη πλάνη, με την οποία η τυφλωμένη ανθρώπινη φύση ξεγελά τον εαυτό της και ξεγελιέται από τους δαίμονες.
Λανθασμένες είναι οι κρίσεις και οι εκτιμήσεις του υπερόπτη. Τον εαυτό του τον θεωρεί αυθύπαρκτο ον, όχι πλάσμα του Θεού. Την επίγεια ζωή την αισθάνεται ατέλειωτη. Τον θάνατο δεν τον συλλογίζεται. Στην αιωνιότητα δεν πιστεύει. Η θεία πρόνοια γι’ αυτόν είναι ανύπαρκτη. Ως κυβερνήτη του κόσμου αναγνωρίζει την ανθρώπινη λογική. Όλες οι σκέψεις του σέρνονται στη γη. Τη ζωή του την έχει προσφέρει θυσία στον κόσμο τούτο, στον οποίο επιθυμεί να εγκαθιδρύσει τη διαρκή απόλαυση μέσω της αμαρτίας. Αυτή ακριβώς είναι η άλο­γη και μάταιη επιδίωξη των τυφλωμένων Φαρισαίων και Σαδδουκαίων.
Τον ταπεινόφρονα άνθρωπο, απεναντίας, στον δρό­μο της επίγειας ζωής τον συνοδεύει η μνήμη του θανά­του, διδάσκοντάς τον να ενεργεί σε κάθε περίσταση με το βλέμμα του στραμμένο στην αιωνιότητα και επιδρώντας ευεργετικά σ’ όλα του τα έργα. Ο ταπεινός εργάζεται για την αρετή, όχι για την ικανοποίηση παθών, και γι’ αυτό ό,τι κάνει είναι ωφέλιμο για τους συνανθρώπους του. Ο ταπεινός βλέπει τον εαυτό του σαν έναν ασήμαντο κόκκο μέσα στο σύμπαν, μέσα στους αιώνες, μέσα στις γενιές και τα γεγονότα που πέρασαν και που έρχονται. Ο νους και η καρδιά του ταπεινού δέχονται πρόθυμα τη χριστιανική αλήθεια και προοδεύουν σταθε­ρά στις χριστιανικές αρετές. Ο νους και η καρδιά του τα­πεινού βλέπουν και αισθάνονται την πτώση της ανθρωπίνης φύσεως, γι’ αυτό μπορούν ν’ αναγνωρίσουν και να δεχθούν τον Λυτρωτή.
Η ταπεινοφροσύνη δεν αναγνωρίζει αξία στην πε­σμένη ανθρώπινη φύση. Βλέπει τον άνθρωπο ως κορυ­φαίο θείο δημιούργημα, αλλά βλέπει και τηναμαρτία που έχει διαποτίσει και δηλητηριάσει όλη την ύπαρξή του. Η ταπεινοφροσύνη αναγνωρίζει το μεγαλείο του πλάσματος του Θεού, αλλά συγχρόνως διαπιστώνει και την παραμόρφωσή του από την αμαρτία. Γι’ αυτή τη συμ­φορά θλίβεται συνέχεια. Βλέπει τη γη σαν έναν τόπο εξορίας του ανθρώπου και τον βιάζει να επιστρέψει με τη μετάνοια στον ουρανό, που τον έχασε με την έπαρση.
Η έπαρση, απεναντίας, που προκάλεσε την πτώση και την καταστροφή της ανθρωπότητας, δεν βλέπει και δεν αναγνωρίζει πτώση και παραμόρφωση στην ανθρώ­πινη φύση· βλέπει μόνο αξία, ωραιότητα, τελειότητα. Ακόμα και τα νοσήματα της ψυχής, τα πάθη, τα θεωρεί προσόντα. Μια τέτοια θεώρηση της ανθρωπίνης φύσεως κάνει τον Λυτρωτή τελείως περιττό.
Η όραση των υπερηφάνων είναι τυφλότητα, ενώ η τυφλότητα των ταπεινών είναι ικανότητα για θέαση της αλήθειας. Αυτό είναι το νόημα των λόγων του Κυρίου: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί». Οι ταπεινοί δέ­χονταν τον Κύριο και φωτίζονταν από το θείο φως Του. Οι υπερήφανοι, ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους, Τον απέρριπταν και βυθίζονταν ακόμα περισσότερο στο σκοτάδι με την άρνηση και τη βλασφημία του Θεού.
Λάμπουν ζωηρά μέσα στον καθαρό ουρανό της νύ­χτας τ’ αναρίθμητα αστέρια, παραβγαίνοντας ποιο θα στείλει στη γη περισσότερο φως. Μόλις, όμως, ξεπρο­βάλει ο ήλιος, όλα τ’ αστέρια γίνονται άφαντα σαν ανύπαρκτα, αν και στην πραγματικότητα παραμένουν στις θέσεις τους. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τις ανθρώπινες αρετές: Όταν συγκρίνονται μεταξύ τους, έχουν κάποιο φως. Εξαφανίζονται, όμως, μπροστά στην απόλυτη αρετή, μπροστά στο φως της Θεότητας.
Ο απόστολος, μιλώντας για τις αρετές του δίκαιου Αβραάμ, λέει ότι ο πατριάρχης «μπορούσε να καυχηθεί, όχι όμως απέναντι στον Θεό… Ο Αβραάμ πίστεψε στον Θεό, και γι’ αυτή του την πίστη ο Θεός τον αναγνώρισε δίκαιο» (Ρωμ. 4, 2-3). Έτσι έπρεπε να κάνουν οι Φαρισαίοι, που καμάρωναν για την καταγωγή τους από τον Αβραάμ, αλλά είχαν αποξενωθεί πνευματικά απ’ αυτόν. Σε αντίθεση με τον Αβραάμ, θέλησαν να διατηρήσουν τις νομιζόμενες αρετές του «παλαιού ανθρώπου», κι έτσι έγι­ναν ανίκανοι ν’ αποκτήσουν αυτογνωσία και θεογνωσία. Άκουσαν, λοιπόν, τη φοβερή ετυμηγορία του Κυρίου: «Αν ήσασταν τυφλοί», αν, δηλαδή, αναγνωρίζατε την πνευματική σας τυφλότητα, «δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως», όντας τυφλοί, «λέτε με βεβαιότητα ότι βλέ­πετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει»· παραμένει, γιατί την αποδεχθήκατε και τη χαράξατε μέσα σας με την αμφιβολία σας.
Μαθητής των Φαρισαίων ήταν στα νεανικά του χρό­νια ο άγιος απόστολος Παύλος. Όπως ο ίδιος διηγείται, για να μας διδάξει, ήταν «Εβραίος γέννημα θρέμμα» και «ως προς την ερμηνεία του νόμου Φαρισαίος». «Ήμουν άμεμπτος», λέει, «σε ό,τι αφορά την τήρηση του νόμου. Αυτά, όμως, που άλλοτε ήταν για μένα πλεονεκτήματα, τώρα με την πίστη στον Χριστό τα βλέπω σαν μειονε­κτήματα. Πραγματικά, όλα εξακολουθώ να τα θεωρώ μει­ονεκτήματα σε σχέση με το ασύγκριτα ανώτερο αγαθό που κέρδισα, γνωρίζοντας τον Ιησού Χριστό, τον Κύριό μου»  (Φιλιπ.3, 5-8).
Αγαπητοί αδελφοί! Ας μιμηθούμε τον απόστολο Παύλο και τους άλλους αγίους του Θεού. Ας πλησιά­σουμε τον Κύριο, έχοντας απορρίψει τελείως την κατα­στρεπτική έπαρση και έχοντας εγκολπωθεί την ταπείνω­ση. Μέσω της ταπεινώσεως ας προσκολληθούμε στον Πλάστη μας. Με την ταπείνωση ας ελκύσουμε την προ­σοχή και την ευσπλαχνία του Θεού μας, που είπε: «Σε ποιον θα ρίξω το βλέμμα μου, παρά στον ταπεινό, στον ήσυχο, σ’ εκείνον που τρέμει τα λόγια μου;» (Ησ. 66:2).  Βλέ­ποντας και αναγνωρίζοντας τις αμαρτίες μας, ας συμπεριλάβουμε τον εαυτό μας στους αμαρτωλούς, τους αγαπημένους του Θεού. Απορρίπτοντας την έπαρση, ας δια­χωρίσουμε τον εαυτό μας από τους ψευτοδικαίους, για να μη μας αποστραφεί ο Θεός, που είπε: «Δεν ήρθα να καλέσω σε μετάνοια τους δικαίους, αλλά τους αμαρτω­λούς» (Ματθ. 9:13). Με την ταπείνωση η καρδιά μας ας γίνει πνευ­ματικό θυσιαστήριο του Θεού και ο θύτης, ο νους μας, ας προσφέρει σ’ Εκείνον θυσίες πνευματικές, ας προ­σφέρει τη θυσία της κατανύξεως, τη θυσία της μετάνοι­ας, τη θυσία της Εξομολογήσεως, τη θυσία της προ­σευχής, τη θυσία της ευσπλαχνίας, εμπλουτίζοντας κα­θεμιάν απ’ αυτές τις θυσίες με την ταπεινοφροσύνη· για­τί «ο Θεός δεν θα περιφρονήσει μια καρδιά γεμάτη συν­τριβή και ταπείνωση» (Ψαλμ. 50:19). Αμήν.

(Πηγή: “Ασκητικές ομιλίες Α’” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής)

Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Ὕδωρ ζῶν»





π. Λεωνίδα Στ. Ἀμοργιανοῦ, θεολόγου, Ἐφημερίου στόν ἱ.ναό ἁγ. Μαρίνης Ἱ.Μ. Περιστερίου
«ΥΔΩΡ  ΖΩΝ»
«Ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καί τῆς εἶπε:  Ἄν ἤξερες τή δωρεά τοῦ Θεοῦ, καί ποιός εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος σοῦ λέγει  ‘’Δός μου νά πιῶ’’, σύ θά ζητοῦσες ἀπ᾿ αὐτόν, καί θά σοῦ ἔδινε νερό ζωντανό» (Ἰωάν. δ᾿ 10)
Ὁ Ἰησοῦς ἀναχωρεῖ ἀπό τήν Ἰουδαία γιά τή Γαλιλαία περνώντας μέσα ἀπό τήν πόλη τῆς Σαμάρειας. Φθάνει στό φρέαρ (πηγάδι) τοῦ Ἰακώβ.  Κουρασμένος ἀπό τήν ὁδοιπορία καί τόν καύσωνα τοῦ ἥλιου, κάθεται κοντά στό πηγάδι νά ξεκουραστεῖ.  Ἐκεῖ ἔρχεται μιά γυναίκα Σαμαρείτιδα ἰθαγενής γιά νά ἀντλήσει νερό. Καί μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καί τῆς γυναίκας διαμείβεται ἕνας περίεργος διάλογος, σοβαρότατος διάλογος, στήν κυριολεξία ἀποκαλυπτικός. 
Ὁ Κύριος ἐμφανίζεται νά συζητάει γιά βαθιά θρησκευτικά ζητήματα σωτηριολογίας ὄχι μέ τούς «μορφωμένους» θεολόγους καί ραβίνους τῆς ἐποχῆς Του ἀλλά μέ μιά ἀλλόθρησκη γυναίκα ἀπό τή Σαμάρεια, φτωχιά καὶ ἀξιολύπητη, πού εἶχε βεβαρημένο ἠθικό μητρῶο.  Τὴν ψυχή της εἶχε βουτηγμένη στην πορνεία.  Ἡ γυναίκα εἶχε κάμει πέντε συζύγους πού πέθαναν καί ὕστερα ἀπ’᾿αὐτοὺς ἔγινε πόρνη.  Κανεὶς δὲν ἤθελε νὰ τὴν πλησιάση σὰ νόμιμη γυναίκα.  Κι αὐτὴ ἀδυνατώντας νὰ χαλιναγωγήσει τῆς ὁρμές της, συζοῦσε κρυφὰ μ’ αὐτὸν ποὺ πόρνευε μαζί της.  Δεν ἦταν γνωστὴ οὔτε ἀναγνωρισμένη πόρνη, συζοῦσε κρυφά.

Πώ, πώ σκάνδαλο, ξεπεσμός γιά ἕνα Θεό!, θά ποῦν οἱ ἐλαφρόμυαλοι “ἠθικολόγοι” δῆθεν γνώστες ραβίνοι καί οἱ διανοούμενες ἀποστεωτικές περσόνες κάθε ἐποχῆς στερημένες ἀπό ὁρίζοντες συμπόνιας καί ἐλέους. Ὅμως τό θεῖο βλέμμα τοῦ Κυρίου ἀτενίζει μακρυά.  Στό πρόσωπο τῆς Σαμαρείτιδας ἀτενίζει τήν μελλοντική ἁγία Φωτεινή πού θά φτάσει ἴσαμε τήν Σμύρνη τῆς Ἰωνίας γῆς δίνοντας τό αἷμα της, ὡς ἀντίδωρο σ᾿ Ἐκεῖνον πού φώτισε τά σκοτάδια τῆς ἁμαρτωλῆς καί πονεμένης ψυχῆς της.  Ἀντίθετα, πολλοί ραβίνοι, θεολόγοι ἤ διανοούμενοι θρησκευόμενοι πού στήν οὐσία εἶναι ἀμοραλιστές θά Τόν σταυρώνουν διαχρονικά χωρίς ἔλεος.  Οὔτε κἄν τό«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι»[1] συγκλονίζει τίς τραγικές αὐτές φιγούρες νά πάρουν δρόμο ἐπιστροφῆς.
Ἐμεῖς σήμερα θά ἐξετάσουμε τόν 10ο στίχο πού φανερώνει δύο μεγάλες θεολογικές ἀλήθειες μέ τίς ὁποῖες ὁ Κύριος διδάσκει τιμώντας τήν Σαμαρείτιδα, ὅπως καί τό Νικόδημο καί ὅλους τούς καλοπροαίρετους χωρίς νά λογαριάζει, θά ᾿λεγα ἀδιαφορεῖ, ἄν οἱ ἀντικείμενοι ἐλαφρόμυαλοι θά τόν ἀποκαλοῦν «φίλο ἁμαρτωλῶν καί πορνῶν».  Ὁ Χριστός γιά νά μᾶς δεχθεῖ κοντά Του, ὡς ἀνεπανάληπτος οὐράνιος Πατρίκιος δέν βάζει κανέναν ὅρο, κανέναν ἀπολύτως ὅρο.
Καί κάτι ἐπιπλέον σημαντικό πού μέ λίγη σχετική προσωπική παρέμβαση τονίζει ὁ κυρός Ἐπίσκοπος Κοζάνης Διονύσιος:
-Ἡ Ἐκκλησία κηρύττει γεγονότα καί ἑορτάζει μόνο πρόσωπα καί γεγονότα ὅπως στήν περίπτωση τῆς Σαμαρείτιδας.  Οὔτε ἰδεολογία εἶναι τό κήρυγμα οὔτε ἰδέες ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία.  Αὐτό, ὅσο εἶναι μιά ἀναμφισβήτητη ἀλήθεια, τόσο καί ἀπαιτεῖται νά τό κηρύττωμε, ὥσπου νά ἑδραιωθεῖ μέσα μας ἡ πεποίθηση ὅτι ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Κυρίου μας δέν εἶναι ἀμάρτυρη καί θεωρητική διδασκαλία ἤ δογματική ἰδεολογία. Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μαρτυρημένη ἀλήθεια.  Ὅταν λέμε ὅτι ἡ πίστη εἶναι μαρτυρημένη ἀλήθεια, ἐννοοῦμε ἀλήθεια καί ἐμπειρία ζωῆς κι εἶναι αὐτό πού στήν Ἐκκλησία λέγεται δόγμα.[2]
Ὁ Ἰησοῦς στό στίχο αὐτό φανερώνει στή Σαμαρείτιδα δύο σημαντικές ἀλήθειες γιά τό πρόσωπό του.
Ἡ πρώτη ἀλήθεια, ὅτι εἶναι Μεσσίας.  Αὐτή τή μεγάλη ἀλήθεια φανερώνει σαφῶς καί ἀπεριφράστως.  «Γνωρίζω, τοῦ λέγει ἡ γυναίκα (στό στίχο 26), ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας» καί ὁ Ἰησοῦς ἀπαντᾶ: «Ἐγώ εἶμαι (ὁ Μεσσίας)».
Ἀλλά ὁ Ἰησοῦς τῆς φανερώνει καί μία δεύτερη μεγίστη ἀλήθεια.  Ὅτι εἶναι  Θ ε ό ς!  Φανερώνει τήν ἀλήθεια αὐτή μέ συγκεκαλυμένο τρόπο.  Ὁ Ἰησοῦς δέν τῆς εἶπε «Ἄν ἤξερες τή δωρεά τοῦ Θεοῦ, θά ζητοῦσες ἀπ᾿ τό Θεό καί θά σοῦ ἔδινε νερό ζωντανό» ἀλλά τῆς λέει «Ἄν ἤξερες τή δωρεά τοῦ Θεοῦ, καί ποιός εἶναι αὐτός, πού μιλεῖ μαζί σου σύ θά ζητοῦσες ἀπ᾿ αὐτόν, καί θά σοῦ ἔδινε νερό ζωντανό».  Μέ συντομότερο τρόπο τά λόγια τοῦ Ἰησοῦ: «Ἄν ἤξερες τί δωρίζει ὁ Θεός, θά ζητοῦσες καί θά σοῦ δώριζα νερό ζωντανό».  Εἶναι σά νά λέει ὁ Ἰησοῦς:  Ἄρα εἶμαι Θεός.  Εἰδικότερα, ἐδῶ γίνεται λόγος γιά «τήν δωρεά τοῦ Θεοῦ».  Σέ ἄλλο χωρίο στήν Καινῆ Διαθήκη γίνεται λόγος γιά «τήν δωρεά τοῦ Χριστοῦ».[3]  Ἄρα Θεός καί Χριστός εἶναι ἕνας Θεός.  Ποτέ ἡ Γραφή δέν μιλάει γιά δωρεά ἀνθρώπου ἤ ἀγγέλου μέ τήν ἔννοια τῆς οὐράνιας δωρεᾶς.
Ὁ Ἰησοῦς στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου κηρύττει σέ ἀρκετά σημεία μέ ἔμμεσο τρόπο τή θεότητά του.
Λέγει στό Ναθαναήλ: «Ἀληθινά ἀληθινά σᾶς λέγω, ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς θά βλέπετε τόν οὐρανό ἀνοικτό, καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ν᾿ ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν πρός τόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου».[4]
Σύμφωνα μέ τό στίχο αὐτό, ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ταυτόχρονα καί κάτω στή γῆ καί πάνω στόν οὐρανό.  Εἶχε δηλαδή ὁ Κύριος Ἰησοῦς τήν
ἰδιότητα τῆς πανταχοῦ παρουσίας.
1ο)                        Ὁ Ἰησοῦς κηρύττει τή Θεότητά του στό Νικόδημο λέγοντας: «Κανείς δέν ἀνέβηκε στόν οὐρανό(γιά νά γνωρίζει καί νά σᾶς πεῖ τά ἐπουράνια), παρά ἐκεῖνος, πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό, ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος (συγχρόνως) εἶναι στόν οὐρανό».[5]
Καί σ᾿ αὐτόν ἐπίσης τό στίχο ὁ Χριστός κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό καί ἦταν συγχρόνως στή γῆ καί στόν οὐρανό. Ἔχει δηλαδή τό ἰδίωμα τῆς πανταχοῦ παρουσίας, καί ἄρα εἶναι Θεός.
2ο)                        Σέ ἄλλο στίχο ὁ Ἰησοῦς ὀνομάζει τόν ἑαυτό του Υἱό μονογενῆ τοῦ Θεοῦ, καί παρουσιάζει τόν ἑαυτό του ὡς ἀντικείμενο πίστεως καί αἴτιο σωτηρίας: «Τόσο ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμο, ὥστε τόν Υἱό του τόν μονογενῆ ἔδωσε γιά θυσία, ὥστε καθένας, πού πιστεύει σ᾿ αὐτόν, νά μή πεθάνει (πνευματικά), ἀλλά νά ἔχει ζωή αἰώνια).[6]
3ο)                        Κηρύττει τή θεότητά Του στούς Ἰουδαίους ὅταν τούς λέγει τόν παραδοξότατο λόγο: «Θανατῶστε τό σῶμα μου, ναό τῆς θεότητος, καί σέ τρεῖς ἡμέρες ἐγώ ὁ ἴδιος θά τό ἀναστήσω».[7]
Ἐδῶ ἀναδύεται ἕνα ἐρώτημα.
Γιατί ὁ Ἰησοῦς κήρυττε ἐμμέσως τή θεότητά του κι ὄχι ἀμέσως; 
Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι θά προκαλοῦσε στό ἔπακρο τούς ἐχθρούς του, καί οἱ φίλοι του θά ἔμεναν ἐμβρόντητοι. Ἀκόμη καί οἱ καλοπροαίρετοι θά δυσκολεύονταν πολύ γιά νά πιστεύσουν, ὅτι ὁ ταπεινός καί ἄσημος Ναζωραῖος ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Θεός.  Ὁ Κύριος, ὡς ἄριστος παιδαγωγός, ἄφησε σιγά-σιγά ἀπό τή διδασκαλία του, τά θαύματά του, τό βίο του καί τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά σχηματιστεῖ φυσικά καί ἀβίαστα τό φρόνημα καί ἡ πεποίθηση, ὅτι Αὐτός ἦταν ὁ Θεός πού ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο.  Δὲν φανέρωσε στή Σαμαρείτιδα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν ὀμορφιὰ τῆς θεότητος οὔτε τῆς ἔδωσε ὑποσχέσεις γιὰ μεγάλα ἀγαθά, οὔτε τῆς ἀνακοίνωσε ὅτι ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔπλασε τὸν Ἰακώβ.  Ἀλλὰ ἄναψε τὴν ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς της, λέγοντάς της: καθένας ποὺ πίνει ἀπ’ αὐτὸ τὸ νερό, θὰ διψάσει πάλι· ὅποιος ὅμως πιεῖ ἀπ’ τὸ νερὸ ποὺ θὰ δώσω ἐγὼ δὲ θὰ διψάσει στὸν αἰώνα.  Καί ἡ σταδιακή πνευματική προκοπή της ἀπό τά βάθη τῆς γῆς πετάει, ἀπογειώνεται στούς οὐρανούς.
Ἐπίσης ἕνα δεύτερο ἐρώτημα.
Γιατί ὁ Ἰησοῦς ἔκανε στή Σαμαρείτιδα ὑπαινιγμό γιά τή θεότητά Του, ἀφοῦ ἡ ἴδια δέν ἐπρόκειτο νά καταλάβει;
Ἐπειδή τό διάλογο αὐτό θά τόν μάθαιναν κι ἄλλοι ἄνθρωποι καί μεῖς κι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅλων τῶν αἰώνων. Τά ρήματα τοῦ Ναζωραίου εἶναι αἰώνια.  Μετά τήν ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος τό λόγο τοῦ Χριστοῦ γιά τή θεότητά Του κατάλαβε ἡ Σαμαρείτιδα, κατάλαβαν κι ἄλλοι, καταλαβαίνουμε κι ἐμεῖς.
«Ὕδωρ ζῶν»
«Ἄν ἤξερες ποιός εἶναι αὐτός, πού σοῦ λέγει  ‘’Δός μου νά πιῶ’’, σύ θά ζητοῦσες ἀπ᾿ αὐτόν, καί θά σοῦ ἔδινε νερό ζωντανό»
Ἡ φράση «ὕδωρ ζῶν» ὑπάρχει καί στήν Παλαιά Διαθήκη.[8]  Ἐκεῖ ὅμως τό νερό χαρακτηρίζεται ὡς «ζ ῶ ν» μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀναβλύζει, ρέει, κινεῖται, σέ σχέση μέ τό στάσιμο ὄμβριο νερό τῶν δεξαμενῶν.  Εἶναι σά νά λέμε«νερό τρεχούμενο».  Τό νερό σ᾿ αὐτά τά χωρία ἔχει  μ ε τ α φ ο ρ ι κ ή  ἔννοια.
Στήν περίπτωση πού ἐξετάζουμε, ἡ λέξη «ζ ῶ ν» ἔχει κ υ ρ ι ο λ ε κ τ ι κ ή καί ὄχι μεταφορική σημασία.  Ἐδῶ πρόκειται γιά «ὕδωρ», τό ὁποῖο εἶναι ὄντως «ζῶν», ζωντανό ὅπως π.χ «ζῶν» ζωντανός εἶναι ὁ ἄνθρωπος.
Ἡ Σαμαρείτιδα μέ μεταφορική ἐννοια ἀντιλήφθηκε τή φράση τοῦ Χριστοῦ «ὕδωρ ζῶν».  Ὡς νερό τρεχούμενο.
Λέγοντας ὁ Ἰησοῦς στή Σαμαρείτιδα «Ἄν ἤξερες ποιός εἶναι αὐτός, πού σοῦ λέγει  ‘’Δός μου νά πιῶ’’, σύ θά ζητοῦσες ἀπ᾿ αὐτόν, καί θά σοῦ ἔδινε νερό ζωντανό» ἤθελε νά πεῖ ὅτι τό δικό Του νερό εἶναι ἀνώτερο ἀπό τό νερό τῆς πηγῆς τοῦ Ἰακώβ.  Τήν ὑπεροχή τοῦ δικοῦ Του νεροῦ ὑποδήλωνε μέ τή λέξη «ζῶν».  Εἶναι σά νά ἔλεγε στή Σαμαρείτιδα: Σύ μπορεῖ νά δώσεις νερό κοινό, νεκρό.  Ἐγώ μπορῶ νά δώσω νερό ἀνώτερο, ζωντανό. 
Ὕδωρ «ζῶν» μέ τήν κύρια σημασία της, ζωντανό πού δίνει ὁ Χριστός εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα.
«Σ᾿ ἐκεῖνον πού πιστεύει σ᾿ ἐμένα, (λέγει ὁ Χριστός) θά συμβεῖ αὐτό πού λέγει ἡ Γραφή. (ποιό;)  ‘’Ἀπ᾿ τήν καρδιά του θά ρεύσουν ποταμοί ζωντανοῦ νεροῦ’’.  Αὐτό δέ εἶπε γιά τό Πνεῦμα, τό ὁποῖο θά λάμβαναν στό μέλλον οἱ πιστεύοντες σ᾿ αὐτόν»[9].
Ἐδῶ τό Πνεῦμα ἐννοεῖται ὡς  π ρ ό σ ω π ο,  τό τρίτο πρόσωπο τῆς Θεότητος, ὁ Παράκλητος. 
Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ὀνομάζεται «ὕδωρ» μεταφορικῶς, διότι σβήνει τήν πνευματική δίψα τῶν πιστῶν καί καταρδεύει τίς καρδιές τους, ὀνομάζεται καί «ζῶν» κυριολεκτικῶς διότι ὡς πρόσωπο ζεῖ, εἶναι ζῶσα (ζωντανή) ὕπαρξη.  Ὅπως ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός, ἔτσι καί τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὁ Ὤν καί ὁ Ζῶν.
Ἡ ἔκφραση «ὕδωρ ζῶν», πού εἶπε ὁ Ἰησοῦς γιά τό Ἁγιο Πνεῦμα εἶναι ἀνάλογη μέ τήν ἔκφραση «ἄρτος ζῶν» πού εἶπε γιά τόν ἑαυτό του.[10]  Ὁ Χριστός ὀνομάζεται «ἄρτος ζῶν» ἐπειδή σέ ἀντίθεση μέ τόν κοινό ἄρτο, πού εἶναι νεκρός, ὁ Χριστός ὡς ζῶσα ὕπαρξη, ὡς πρόσωπο εἶναι ἄρτος ζωντανός.
Συμπερασματικά:  Ἡ ἔκφραση τοῦ Ἰησοῦ «ὕδωρ ζῶν», τό «ζῶν» λέγεται κυριολεκτικῶς, καί νά νοεῖται ὡς ὕδωρ ζωντανό, πραγματικά ζωντανό.  Ζωντανό δέ ὕδωρ εἶναι τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ὡς ζῶσα ὕπαρξη, ὡς πρόσωπο, ὡς ὁ ἕνας τῆς Τριάδος.  Τό χωρίο αὐτό συγκαταλέγεται στά ἀντιχιλιαστικά χωρία. 
Ἡ Σαμαρείτιδα τότε δέν κατάλαβε ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι Θεός καί τό «ὕδωρ τό ζῶν» πού θά τῆς ἔδινε, ἐάν ζητοῦσε, εἶναι τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.  Ἐμεῖς τώρα, πού τό ξέρουμε, ζητοῦμε Πνεῦμα Ἅγιο, ἐντόνως καί ἐπιμόνως, πού εἶναι τό πρῶτο καί τό κύριο;
Σέ ἐποχή φυσικῆς ἀνομβρίας αἰσθανόμαστε τήν ἀνάγκη νεροῦ.  Σέ ἐποχή πνευματικῆς ἀνομβρίας αἰσθανόμαστε τήν ἀνάγκη πνευματικοῦ καί ζῶντος ὕδατος;  Ὁ Χριστός ἦλθε στή γῆ καί θυσιάστηκε γιά νά ἀνοιχθεῖ ὁ οὐρανός καί νά πέσει ὕδωρ ζωντανό, νά ἔλθει Πνεῦμα Ἅγιο.  Νά ζητοῦμε ἐντόνως καί ἐπιμόνως ὕδωρ ζωντανό, γιά νά καταρδεύει τίς ψυχές μας. Νά μιμηθοῦμε τὴ Σαμαρείτιδα καὶ νά τήν παρακαλοῦμε.  Ἕλα σήμερα ἐκλεκτή Εὐαγγελίστρια ἁγία Φωτεινή, ἄφησε τήν ὑδρία και τρέξε στό ρημαγμένο σπίτι μας, διῶξε ἀπό μέσα μας τούς δισταγμούς, παρέσυρέ μας πρός τό Χριστό, νά μᾶς σφραγίσει μέ Πνεῦμα Ἅγιο, γιά νά γινώμαστε πνευματικοί ἄνθρωποι καί νά μετέχουμε τῆς ἁγίας ζωῆς καί δόξης τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας.  ΑΜΗΝ



[1] Λουκ. κγ᾿ 34
[2] Ἐπί Πτερύγων Ἀνέμων , Κοζάνη 1988
[3] Ἐφεσ. δ᾿ 7
[4] Ἰωάν. α᾿ 52
[5] Ἰωάν. γ᾿ 13
[6] Ἰωάν. γ᾿ 16-18
[7] Ἰωάν. β᾿ 19
[8] Γεν. κστ᾿ 19, Λευιτ. ιδ᾿ 5
[9] Ἰωάν. ζ᾿ 38-39
[10] Ἰωάν. στ᾿ 51,  Α’ Πέτρ. β᾿ 4